Το τέλος του Μέλλοντος

DOWNLOAD PDF

Μετάφραση του κεφαλαίου “End of the Future” απο το βιβλίο After the Future του Franco Berardi (“Bifo”)

Η δημοσίευση του βιβλίου της Λέσχης της Ρώμης The Limits to Growth το 1972 από τη Donella Meadows τον Dennis Meadows τον Jorgen Randers και τον William Behrens αποτέλεσε ένα σημαντικό βήμα προς την ανατροπή του προοδευτικού οράματος για το μέλλον. Αν και δέχτηκε έντονη κριτική από πολλούς οικονομολόγους εκείνη την εποχή το βιβλίο ανακοίνωσε την εμφάνιση μιας συνείδησης της εξαντλησιμότητας.

Η εξάντληση δεν παίζει κανέναν ρόλο στη φαντασία της Νεωτερικότητας και παραμένει αδιανόητη στο πρώτο μέρος του αιώνα που εμπιστευόταν το μέλλον. Όμως τη δεκαετία του 1970 ρεύματα αντικουλτούρας άρχισαν να σηματοδοτούν τον νέο ορίζοντα της εξάντλησης.

Το 1971 ο Nicholas Georgescu Roegen καθηγητής Στατιστικής και Οικονομικών στο Βουκουρέστι και στο Παρίσι δημοσίευσε το βιβλίο The Entropy Law and the Economic Process η ιδέα του για τη διάχυση της παραγωγικής ενέργειας αποτελεί μια χρήσιμη προσθήκη στη μαρξιστική κριτική του καπιταλισμού αν και οι μαρξιστές φιλόσοφοι δεν έχουν μιλήσει ποτέ για την εντροπία ως μία από τις αιτίες της Zusammenbruch δηλαδή της κατάρρευσης του καπιταλισμού.

Στο σύντομο κείμενο Energy and Economic Myths που δημοσιεύτηκε το 1975 ο Nicholas Georgescu Roegen γράφει:

Η αγαπημένη θέση τόσο των κλασικών όσο και των μαρξιστών οικονομολόγων είναι ότι η δύναμη της τεχνολογίας είναι χωρίς όρια. Θα είμαστε πάντα σε θέση όχι μόνο να βρούμε ένα υποκατάστατο για έναν πόρο που έχει γίνει σπάνιος αλλά και να αυξήσουμε την παραγωγικότητα κάθε είδους ενέργειας και υλικού. Αν εξαντληθούν κάποιοι πόροι θα σκεφτούμε πάντα κάτι όπως κάνουμε συνεχώς από την εποχή του Περικλή. Τίποτα λοιπόν δεν θα μπορούσε ποτέ να σταθεί εμπόδιο σε μια ολοένα και πιο ευτυχισμένη ύπαρξη του ανθρώπινου είδους.

Δύσκολα μπορεί κανείς να φανταστεί μια πιο ωμή μορφή γραμμικής σκέψης. Με την ίδια λογική κανένας υγιής νέος άνθρωπος δεν θα έπρεπε ποτέ να προσβληθεί από ρευματισμούς ή από άλλες ασθένειες των γηρατειών ούτε και να πεθάνει. Οι δεινόσαυροι λίγο πριν εξαφανιστούν από αυτόν τον ίδιο πλανήτη είχαν πίσω τους όχι λιγότερα από εκατόν πενήντα εκατομμύρια χρόνια πραγματικά ευημερούσας ύπαρξης και δεν μόλυναν το περιβάλλον με βιομηχανικά απόβλητα.

Η προσέγγιση του Georgescu Roegen είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα επειδή επισημαίνει τη σχέση ανάμεσα στις οικονομικές και τις βιολογικές διαστάσεις:

…η εξάρτηση του ανθρώπου από τα εξωσωματικά εργαλεία δεν είναι ούτε μόνο βιολογική ούτε μόνο οικονομική. Είναι βιοοικονομική. Τα γενικά της χαρακτηριστικά εξαρτώνται από τις πολλαπλές ασυμμετρίες που υπάρχουν ανάμεσα στις τρεις πηγές χαμηλής εντροπίας οι οποίες μαζί αποτελούν την προίκα της ανθρωπότητας, την ελεύθερη ενέργεια που λαμβάνεται από τον ήλιο, από τη μία πλευρά, και την ελεύθερη ενέργεια και τις οργανωμένες υλικές δομές που είναι αποθηκευμένες στα έγκατα της γης, από την άλλη πλευρά. (Georgescu-Roegen 1975: 369)

Κατανοώντας ότι η οικονομική διαδικασία λαμβάνει χώρα μέσα στη σφαίρα της ζωής και παρεμβαίνει σε αυτήν, ο Ρουμάνος καταλαβαίνει ότι το βασικό πρόβλημα του καπιταλιστικού μέλλοντος δεν είναι τόσο η κοινωνική αντίφαση, όσο οι επιπτώσεις της οικονομικής επέκτασης στην ίδια τη βιόσφαιρα.

Στη μαρξιστική ανάλυση του καπιταλισμού δεν υπάρχει θέση για την έννοια των ορίων της ανάπτυξης, ο Μαρξ δεν ασχολείται με το μέγεθος αλλά μόνο με τις σχέσεις. Δεν τον ενδιαφέρει η πιθανότητα εξάντλησης. Το όραμα του Μαρξ για το μέλλον επικεντρώνεται στην ιδέα της ανάπτυξης της εσωτερικής δύναμης της εργασίας και αυτή η δύναμη είναι απεριόριστη, καθώς η φυσική δύναμη της ανθρώπινης εργασίας συναντά τη δύναμη του γενικού νου.

Όμως η εμπειρία δείχνει ότι η ανάπτυξη της δύναμης της εργασίας, σε συνδυασμό με τη δυναμική του κεφαλαίου που προσανατολίζεται στο κέρδος, οδηγεί στην εξάντληση των φυσικών πόρων του πλανήτη αέρα, γης, νερού, πηγών ενέργειας αλλά και των ψυχικών πόρων του ανθρώπινου εγκεφάλου.

Η δεκαετία του ‘70 ήταν το σημείο καμπής. Κατά τη διάρκεια αυτών των χρόνων η αντίληψη για το μέλλον μετατοπίστηκε και στη μνήμη μου το σημείο καμπής αυτής της μετατόπισης μπορεί να χρονολογηθεί στο 1977. Ας δούμε γιατί:

Το 1973 η Συρία και η Αίγυπτος ξεκίνησαν μια στρατιωτική επιχείρηση εναντίον του Ισραήλ και ακολούθησε πόλεμος οι επιπτώσεις του πολέμου έγιναν αισθητές σε όλο τον κόσμο οι τιμές του πετρελαίου εκτινάχθηκαν. Η δυτική οικονομία χτυπήθηκε σκληρά και αυτό οδήγησε σε ύφεση και κρίση με την ανεργία να αυξάνεται παντού. Οι δυτικές κυβερνήσεις αναγκάστηκαν να κηρύξουν μια περίοδο λιτότητας και ζητήθηκε από τους ανθρώπους να κάνουν θυσίες για χάρη της οικονομίας. Ο πληθωρισμός, ο στασιμοπληθωρισμός και η κοινωνική αναταραχή εξαπλώθηκαν παντού.

Για πρώτη φορά στην ιστορία του καπιταλισμού η σπανιότητα ενός ιδιαίτερου πόρου (φυσικού ή  παραγόμενου από τον άνθρωπο δεν έχει σημασία) έγινε ο βασικός παράγοντας οικονομικής κρίσης και κοινωνικής αναταραχής. Το 1977 σε μέρη όπως η Ιταλία και η Μεγάλη Βρετανία, αυτή η κοινωνική αστάθεια αποτέλεσε το θερμοκήπιο μιας νέας πολιτισμικής ευαισθησίας ο πολιτικός ακτιβισμός τα κοινωνικά κινήματα και ο καλλιτεχνικός πειραματισμός συγχωνεύτηκαν στα πολιτισμικά κινήματα της αυτονομίας, του punk και του new wave.

Το έτος 1977 καταγράφεται γενικά ως μια χρονιά βίας με αρκετά επεισόδια και συγκρούσεις σε διάφορες χώρες.

Στη Γερμανία, το 1977 ήταν μια πολύ ζοφερή χρονιά. Ο Hans Martin Schleyer, μια σημαντική προσωπικότητα του επιχειρηματικού κόσμου, απήχθη και δολοφονήθηκε από τη Φράξια Κόκκινος Στρατός, και λίγες ημέρες αργότερα ο Andreas Baader, ο Carl Hans Raspe και η Gudrun Ensslin πέθαναν στα κελιά τους στη φυλακή του Stammheim, πιθανόν δολοφονημένοι από τους φύλακες.

Η εντυπωσιακή ταινία που σκηνοθέτησαν οι Alf Brustellin, Rainer Werner Fassbinder, Alexander Kluge, Volker Schlöndorff και άλλοι, Germany in Autumn (1978), αφηγείται τη διάχυτη αίσθηση ότι πλησίαζε το τέλος της κοινωνικής αλληλεγγύης. Στην ταινία αυτή αντιλαμβανόμαστε τη ξαφνική θλίψη, την ομίχλη και τα σύννεφα που κατεβαίνουν πάνω στις ζωές των ανθρώπων. Η φυλακή του Stammheim γίνεται ένα είδος μεταφοράς για την καθημερινή φυλακή που γινόταν η κοινωνική ζωή εκείνα τα χρόνια, στη μετάβαση από την ανήσυχη δεκαετία μετά το ’68 στη δεκαετία της νεοφιλελεύθερης αντεπανάστασης.

Στην Ιταλία, οι Ερυθρές Ταξιαρχίες ξεκίνησαν τις παράλογες και αιματηρές τους εκστρατείες. Οι ταραχές στους δρόμους της Ρώμης, της Μπολόνια και πολλών άλλων πόλεων εκείνη την εποχή δεν ήταν καθόλου ειρηνικές συγκεντρώσεις και φιλικές πορείες. Η βία έγινε κεντρικό ζήτημα όταν η αστυνομία αντέδρασε βίαια στις διαδηλώσεις, όταν η κυβέρνηση διέταξε την καταστολή τους και όταν η αστυνομία πυροβόλησε και σκότωσε φοιτητές στη Μπολόνια, στη Ρώμη και αλλού.

Υπήρχε μια οργή στην ατμόσφαιρα. Όχι μόνο επειδή το 15% του πληθυσμού, ιδιαίτερα οι νέοι, ήταν άνεργοι. Υπήρχε μια μορφή υπαρξιακής οργής, ένα κύμα ανυπακοής, επειδή η γενιά των baby boomers σε όλο τον κόσμο ένιωθαν την προαίσθηση ότι το κράατος πρόνοιας επρόκειτο να διαλυθεί και ότι ο σύγχρονος ορίζοντας πλησίαζε στο τέλος του.

Αλλά το 1977 δεν ήταν μόνο μια εποχή αναταραχής και εξέγερσης. Είναι ένα σημείο καμπής στην ιστορία του πολιτισμού, της τεχνολογίας και της φιλοσοφικής σκέψης.

Το 1977 είναι η χρονιά κατά την οποία οι Steve Wozniak και Steven Jobs δημιούργησαν το trademark της Apple και, το σημαντικότερο, δημιούργησαν τα εργαλεία για τη διάδοση της πληροφορικής· είναι επίσης η χρονιά κατά την οποία οι Alain Minc και Simon Nora έγραψαν το The Computerization of Society: A Report to the President of France, ένα κείμενο που θεωρητικοποιεί την επερχόμενη διάλυση των εθνικών κρατών λόγω των πολιτικών επιπτώσεων της αναδυόμενης τηλεπληροφορικής.

Εκείνη τη χρονιά ο Yuri Andropov, secretary of the KGB, έγραψε μια επιστολή προς τον Leonid Brezhnev, υποστηρίζοντας ότι η Σοβιετική Ένωση κινδύνευε να εξαφανιστεί αν δεν γεφυρωνόταν το χάσμα με τις ΗΠΑ στον τομέα της πληροφορικής. Ήταν η χρονιά κατά την οποία ο Jean François Lyotard έγραψε το The Postmodern Condition: A Report on Knowledge, όπου αναλύει τη νέα οργάνωση της γνώσης και την εξαφάνιση της μεγάλης αφήγησης της προοδευτικής νεωτερικότητας.

Το 1977 είδε την τελευταία εξέγερση των κομμουνιστών προλετάριων του 20ού αιώνα ενάντια στην καπιταλιστική κυριαρχία και στην αστική τάξη. Αλλά ταυτόχρονα είδε και την πρώτη εξέγερση του «κογκνιταριάτου», των διανοούμενων εργαζομένων, φορείς της τεχνοεπιστημονικής διανόησης.

Εκείνη τη χρονιά μπορούμε να δούμε την προαίσθηση μιας νέας πολιτισμικής διαδικασίας και ενός νέου κοινωνικού τοπίου. Η Ιταλία είχε μια ιδιαίτερη θέση στην πολιτισμική γεωγραφία εκείνης της χρονιάς. Οι εντάσεις που εμφανίζονταν παντού στη χώρα πήραν τη μορφή ενός παράξενου κινήματος, στο οποίο οι έννοιες του πολιτικού ριζοσπαστισμού συναντήθηκαν με τις ιδέες της επιθυμίας, του ριζώματος (rhizome) και της σχιζοπολιτικής, δημιουργώντας μια νέα εικόνα και ένα νέο στυλ ακτιβισμού, επικεντρωμένο στην πολιτική της φαντασίας.

Αυτό που είναι ιδιαίτερο στο ιταλικό κίνημα του ’77 είναι το γεγονός ότι στην ιστορία του μπορεί κανείς να δει και τις δύο όψεις της αλλαγής των καιρών: τη χαρούμενη, ουτοπική πλευρά της δημιουργικότητας και την απελπισία, την αδιέξοδη κατάσταση και τον τρόμο.

Στο πρώτο μέρος εκείνης της χρονιάς, η πολύχρωμη και ουτοπική κατάληψη του δημόσιου χώρου από τα ανατρεπτικά πλήθη των «Μητροπολιτικών Ινδιάνων» και των «Μαο-Ντανταιστών» ακουγόταν σαν ανακοίνωση της δυνατότητας συλλογικής ευτυχίας, μιας κοινωνίας λιγότερο εξαρτημένης από την εργασία και ελεύθερης πρόσβασης στα μέσα ενημέρωσης. Αλλά μετά την έκρηξη των ταραχών, μετά τις δολοφονίες και τις εκατοντάδες συλλήψεις, το κλίμα σκοτείνιασε και εμφανίστηκε ένα κύμα απελπισίας, που συνδέθηκε με την ευαισθησία του punk, η οποία γεννήθηκε στους δρόμους του Λονδίνου την ίδια χρονιά.

Η νέα γενιά εργαζομένων δεν είχε πολλά κοινά με την παλιά παράδοση των εργατικών κομμάτων. Ούτε είχε σχέση με τη σοσιαλιστική ιδεολογία ενός κρατικά οργανωμένου συστήματος. Αυτοί οι νέοι εργαζόμενοι είχαν πολύ περισσότερη σχέση με το κίνημα των χίπις και με την ιστορία της καλλιτεχνικής πρωτοπορίας. Μια μαζική άρνηση της θλίψης της εργασίας ήταν το βασικό στοιχείο πίσω από τη διαμαρτυρία τους.

Ποια είναι η κληρονομιά του Κινήματος του 1977;

Η κληρονομιά και η μνήμη του είναι αμφίσημες. Θυμόμαστε την πολιτισμική εγρήγορση και το αίσθημα μιας κοινής ευτυχίας, καθώς και την ελευθερία της καθημερινής ζωής από τους κανόνες της εργασίας και του χρήματος, αλλά θυμόμαστε επίσης και τη σκοτεινή πλευρά των γεγονότων, τον φόβο και την καταστολή, και το δυστοπικό περιεχόμενο της φαντασίας. Σήμερα, στο τέλος της πρώτης δεκαετίας του νέου αιώνα, με έναν τρόπο γινόμαστε μάρτυρες της πραγματοποίησης του κακού ονείρου εκείνης της χρονιάς, της επιβεβαίωσης της δυστοπικής φαντασίας που καλλιεργήθηκε από το κίνημα και ενσωματώθηκε στο πνεύμα της εποχής στο τέλος του αιώνα.

Το 1977 ο Ingmar Bergman γύρισε την ταινία The Serpent’s Egg, πιθανώς όχι από τις καλύτερες ταινίες του, αλλά παρ’ όλα αυτά μια πολύ ανησυχητική ματιά στη διαμόρφωση της ολοκληρωτικής νοοτροπίας. Όταν είδα αυτή την ταινία, ακριβώς στο τέλος εκείνης της χρονιάς, ένιωσα ότι κάτι μιλούσε άμεσα σε μένα, σε εμάς. Το The Serpent’s Egg μιλά για την επώαση του ναζισμού στα χρόνια 1923–1933. Εκείνα τα χρόνια, το αυγό του φιδιού άνοιγε σιγά-σιγά και γεννούσε το τέρας. Την περίοδο που ακολούθησε την εξέγερση των φοιτητών τον Μάρτιο του 1977 νιώθαμε κάτι παρόμοιο. Ανιχνεύαμε τη μυρωδιά ενός νέου ολοκληρωτισμού που διαμορφωνόταν. Έναν ολοκληρωτισμό που δεν βασιζόταν στην πολιτική εξουσία, αλλά στη σταδιακή διείσδυση στο κοινωνικό μυαλό.

Ο Charlie Chaplin, ο άνθρωπος που είχε αφηγηθεί την αποανθρωποποίηση της βιομηχανικής διαδικασίας και είχε δείξει την καλοσύνη των ανθρώπων που μπορούσαν να παραμένουν ανθρώπινοι παρόλο που ήταν φτωχοί, πέθανε στο τέλος του 1977, στις 25 Δεκεμβρίου. Δεν υπήρχε πια χώρος για καλοσύνη στον μεταβιομηχανικό κόσμο της άυλης παραγωγής. Τότε, και στις τελευταίες μέρες του 1977, στην ταινία Saturday Night Fever, ο John Travolta ενσάρκωσε τον νέο ήρωα της εργατικής τάξης, ευτυχισμένο να υφίσταται εκμετάλλευση όλη την εβδομάδα με αντάλλαγμα λίγη διασκέδαση στη ντισκοτέκ το Σάββατο το βράδυ.

Το 1977 ήταν επίσης η χρονιά των μαζικών αυτοκτονιών νέων στην Ιαπωνία: ο επίσημος αριθμός ήταν 784. Αυτό που προκάλεσε έντονη αντίδραση ήταν η γρήγορη διαδοχή, στο τέλος των καλοκαιρινών διακοπών εκείνης της χρονιάς, αυτοκτονιών παιδιών: δεκατριών, συγκεκριμένα, όλα μεταξύ μαθητών του δημοτικού. Αυτό που προκαλεί απορία εδώ δεν είναι τόσο ο αριθμός όσο η φαινομενική αυθαιρεσία και η ακατανόητη φύση της πράξης. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις δεν υπάρχουν κίνητρα ή λόγοι για την πράξη. Υπάρχει μια εντυπωσιακή έλλειψη λέξεων, μια αδυναμία εκ μέρους των ενηλίκων που ζούσαν με τα παιδιά τους να προβλέψουν, να κατανοήσουν ή να εξηγήσουν τι συνέβη.

Στην Ιαπωνία, όπως και στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ, το 1977 είναι η χρονιά της μετάβασης πέρα από τη νεωτερικότητα. Αλλά ενώ στην Ευρώπη αυτή η μετάβαση σηματοδοτείται από τη φιλοσοφία συγγραφέων όπως ο Baudrillard, ο Virilio, ο Guattari, ο Deleuze, καθώς και από την πολιτική συνείδηση μαζικών κινημάτων όπως η δημιουργική ιταλική αυτονομία ή το λονδρέζικο punk, στη Βόρεια Αμερική παίρνει τη μορφή μιας πολιτισμικής έκρηξης, ενός κινήματος αστικών μετασχηματισμών που εκφράζεται στο καλλιτεχνικό και μουσικό «no wave», στην Ιαπωνία, η μετάβαση εμφανίζεται ήδη χωρίς διαμεσολάβηση, σαν μια ανεξήγητη τερατωδία που γρήγορα γίνεται καθημερινή κανονικότητα, η κυρίαρχη μορφή συλλογικής ύπαρξης.

Από το 1977 και μετά, η κατάρρευση του δυτικού τρόπου σκέψης ακολούθησε μια ύπουλη, υπόγεια και αποσπασματική πορεία, αλλά στο κατώφλι της νέας χιλιετίας παίρνει τον απότομο ρυθμό μιας ανεξέλεγκτης καταστροφής. Η συνείδηση του χαρακτήρα του κινήματος από το 1977 είχε ήδη αντιληφθεί έναν κίνδυνο στην επιτάχυνση του ρυθμού της παραγωγής, της τεχνολογίας και της καθημερινής ζωής, κάτι που οι Deleuze και Guattari ονόμασαν αποεδαφικοποίηση (deterritorialization). Σήμερα οι συνέπειες αυτής της επιτάχυνσης και της αποεδαφικοποίησης είναι εμφανείς στα κύματα φόβου, ανασφάλειας και πανικού που διαπερνούν τη παγκοσμιοποιημένη κοινωνική σφαίρα.

Ορισμένα γεγονότα σηματοδότησαν αυτή τη μετάβαση, λειτουργώντας σαν ιοί που μεταφέρουν πληροφορία, η οποία αναπαράγεται, πολλαπλασιάζεται και μολύνει ολόκληρο το κοινωνικό σώμα. Το εξαιρετικό γεγονός της κατάρρευσης των Δίδυμων Πύργων μέσα σε ένα σύννεφο σκόνης, μετά τη φονική αυτοκτονία δεκαεννέα νεαρών μουσουλμάνων, είναι σίγουρα το πιο εντυπωσιακό γεγονός-εικόνα[i] που εγκαινιάζει θεαματικά τη νέα εποχή. Αλλά η σφαγή στο σχολείο Columbine, που είχε συμβεί μερικά χρόνια νωρίτερα, ίσως μετέφερε ένα ακόμη πιο ανατριχιαστικό μήνυμα, γιατί μιλούσε για την καθημερινή ζωή, για την αμερικανική κανονικότητα, την κανονικότητα μιας ανθρωπότητας που έχει χάσει κάθε σχέση με αυτό που παλιότερα ονομαζόταν ανθρώπινο και που προχωρά παραπατώντας, αναζητώντας κάποια αδύνατη παρηγοριά, ένα υποκατάστατο για συναισθήματα που πλέον δεν γνωρίζει.


[i] Ένα γεγονός-εικόνα είναι μια σκηνική πράξη διαμαρτυρίας, παράστασης ή φωτογραφίας σχεδιασμένη για μαζική διάδοση μέσω των μέσων ενημέρωσης, με σκοπό να προκαλέσει δημόσιο διάλογο και να αμφισβητήσει καθιερωμένες αφηγήσεις. Λειτουργεί ως «οπτικό επιχείρημα», αντικαθιστώντας τον παραδοσιακό λογικό διάλογο με πειστικά οπτικά στοιχεία, δημιουργώντας κοινωνική αντιπαράθεση, επηρεάζοντας τη δημόσια γνώμη και φέρνοντας ορατότητα σε περιθωριοποιημένα ζητήματα.

Discover more from KHAS108 - NO RIGHTS PUBLICATIONS

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading