“Πώς πρέπει να πεθάνεις; Ζούμε σ’ έναν κόσμο που το ερώτημα τον τρομάζει και το αποφεύγει. Υπήρξαν πολιτισμοί πριν από μας που ατένιζαν τον θάνατο κατάματα. Σχεδίαζαν για την κοινότητα και για τον καθένα ξεχωριστά τον δρόμο του περάσματος. Έδιναν στο τέλος της ανθρώπινης θητείας τον πλούτο και το νόημά της. Ποτέ ίσως η σχέση με τον θάνατο δεν ήταν τόσο φτωχή όσο σ’ αυτούς τους καιρούς, όπου οι άνθρωποι, στη βιασύνη τους να υπάρξουν, παρακάμπτουν – ως φαίνεται – το μυστήριο. Αγνοούν ότι στερεύει έτσι η πηγή που χαρίζει το κέφι της ζωής.”
Από τα μέσα του 1960 υπήρξε ένας αυξανόμενος αριθμός μελετών για τον θάνατο από τους ανθρωπολόγους, κοινωνιολόγους και μελετητές της κοινωνικής ιστορίας.
Ο Hermino Martins, στην εισαγωγή του στο Death in Portugal, συνοψίζει τα κύρια σημεία της έρευνάς του για τον θάνατο στον δυτικό κόσμο σε τέσσερις τίτλους:
(1) η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη του θανάτου, (2) η «αποτελετουργικοποίηση» του θανάτου,
(3) η παρακμή της φρασεολογίας ή της συζήτησης για τον θάνατο, (4) η ασήμαντη σημασία του θανάτου.
Σαν απόδειξη της «αποτελετουργικοποίησης» του θανάτου υποστηρίζει πως ο θρήνος έχει εξαφανιστεί από κάποιους τομείς της δυτικής κοινωνίας. Το μοιρολόι αποτελεί ένα σημαντικό μέρος της διαδικασίας του θρήνου, το οποίο απαγορεύτηκε ή περιορίστηκε ως μέρος μιας αστικής, περισσότερο εκλεπτυσμένης στάσης απέναντι στον θάνατο στη δυτική Ευρώπη. Πρόκειται για μια κίνηση από τον «ήμερο θάνατο» –έναν θάνατο εξημερωμένο και ενσωματωμένο στη ζωή της κοινότητας μέσω των τελετουργιών– προς τον «άγριο θάνατο», έναν θάνατο που τον φοβούνται ως ακάθαρτο και γι’ αυτό τον κρατούν σε απόσταση. Αυτό συνέβη στις αρχές του 18ου και 19ου αιώνα· μια αλλαγή στη συμβολική κατηγοριοποίηση του θανάτου που μας είναι οικεία, γιατί ανταποκρίνεται με πολλούς τρόπους στη δική μας ευαισθησία.
Σύμφωνα με τον Giddens, στην ύστερη μοντέρνα εποχή, παρατηρείται μια τάση απόσυρσης από τις θεμελιώδεις, υπαρξιακές πλευρές της ανθρώπινης εμπειρίας, όπως είναι ο θάνατος, η τρέλα, η φύση, η σεξουαλικότητα. Αυτό το φαινόμενο το ονομάζει απομάκρυνση της εμπειρίας (“sequestration of experience”).
Οι σύγχρονες κοινωνίες επιδιώκουν την οντολογική ασφάλεια, δηλαδή να εξασφαλίσουν ένα στρώμα ρουτίνας, θεσμών και συγκεκριμένων πρακτικών που απομακρύνουν την απειλή της αβεβαιότητας. Ο θάνατος έτσι αποκρύπτεται πίσω από ειδικούς μηχανισμούς, γιατρούς, διευθυντές νεκροτομείων, ιερείς, κοινωνιολόγους, οι οποίοι τον εκτρέπουν, τον διαχειρίζονται, τον μετατρέπουν σε ένα υποβαθμισμένο ή ελεγχόμενο φαινόμενο.
Ο φόβος του θανάτου συνιστά, σε τελική ανάλυση, φόβος της ίδιας της ζωής. Το να τρέμει κανείς το τέλος σημαίνει ότι δυσκολεύεται να αποδεχθεί τη θεμελιώδη συνθήκη της ανθρώπινης ύπαρξης ως πεπερασμένης, αλλα κυριως την αποδοχη της ιδιας της υπαρξης. Η αγωνία για την παράταση της ζωής δεν εκφράζει απλώς την επιθυμία για περισσότερα χρόνια, αλλά αντανακλά μια βαθύτερη λαχτάρα: την αναζήτηση της ατρωτότητας, της παντοδυναμίας και του απόλυτου ελέγχου απέναντι σε αυτό που υπερβαίνει την ανθρώπινη βούληση. Κι όμως, ο θάνατος δεν μας αφορά πραγματικά· γιατί όσο υπάρχουμε εμείς, εκείνος απουσιάζει· κι όταν εκείνος έρθει, εμείς δεν υπάρχουμε πια. Ο φόβος του θανάτου είναι, στην ουσία, ο φόβος της ίδιας της ζωής — ο τρόμος μπροστά στην αβεβαιότητά της, στις ρωγμές και στα όριά της. Είναι η αγωνία μιας κοινωνικά δομημένης ανθρώπινης επιθυμίας που ονειρεύεται μια ζωή άφθαρτη, ακέραιη και ατελεύτητη.
Σημεία διακίνησης του εντύπου:
Βιβλιοπωλείο Αλφειός, Char. Trikoupi 22, Athina 106 79
Εναλλακτικό Βιβλιοπωλείο, Themistokleous 37, Athina 106 77
Βιβλιοπωλείο Ναυτίλος, Char. Trikoupi 28, Athina 106 79
Ο Μετεωρίτης, Negri Fokionos 68, Athina 113 61